αὔταρχος

αὔταρχ-ος, ον,
A autocratic,

ἰσχύς Id.61.7

: as Subst., IGRom.4.1612 ([place name] Hypaepa).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αύταρχος — αὔταρχος, ον (AM) δεσποτικός, απόλυτος μσν. το αρσ. ως ουσ. κυρίαρχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτ(ο) * + αρχός < άρχω] …   Dictionary of Greek

  • αὔταρχος — autocratic masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔταρχον — αὔταρχος autocratic masc/fem acc sg αὔταρχος autocratic neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτάρχους — αὔταρχος autocratic masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԻՆՔՆԻՇԽԱՆ — ( ) NBH 1 0862 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 8c, 10c, 12c, 13c ա. αὑτοεξούσιος sui arbitrii, liber, arbitrii libertate praeditus. Անձնիշխան. տէր անձն. ինքնասէր. ազատ կամօք. *Որ ստեղծ ʼի սկզբանն զմարդն ազատ եթող եւ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • αυταρχία — η (AM αὐταρχία) [αύταρχος] απόλυτη εξουσία, απολυταρχία …   Dictionary of Greek

  • αυταρχώ — αὐταρχῶ ( έω) (Μ) [αύταρχος] κυβερνώ ως απόλυτος άρχοντας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.